Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,

Ἐντιμότατε κύριε Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἀρχοντες,

Ἐλλογιμώτατοι ἐκπαιδευτικοί,

Φίλοι μαθηταί καί μαθήτριαι,

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

 

         Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν «λαμπρῶν θεολόγων», τῶν «οἰκουμενικῶν διδασκάλων» καί «Προστατῶν τῶν Γραμμάτων», μᾶς δίδει καί πάλιν τήν εὐκαιρίαν ἐπιστροφῆς εἰς τάς πνευματικάς ρίζας τοῦ Ὀρθοδόξου ἡμῶν Γένους, διά νά ἀνακαινισθῶμεν καί νά ἀντλήσωμεν δύναμιν διά τήν ἔνθεον μαρτυρίαν μας ἐν τῷ κόσμῳ καί διά τήν πορείαν μας ἐν τῇ ἱστορίᾳ.

         Ἡ μελέτη τῶν βαθυστοχάστων ἔργων τοῦ «οὐρανοφάντορος» καί «ὑψινόου» Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ, μετά τόν Ἰωάννην τόν Θεολόγον, «δευτέρου Θεολόγου» καί «δευτέρου Ἐπιστηθίου», τοῦ «θερμοτάτου ὑπερμάχου τῆς Τριάδος» Γρηγορίου, καί τοῦ θεορρήμονος ἀριστέως τῆς εὐσεβείας καί «προφήτου τῆς φιλανθρωπίας» Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μᾶς ἀποκαλύπτει ἀνεκτιμήτους ἀληθείας. Ὅσον ἐμβαθύνομεν εἰς αὐτά, ἀνακαλύπτομεν κοιτάσματα σοφίας πολυτιμότατα καί νοήματα ὑψηλά. Εἰς τούς τρεῖς θεοφθόγγους «θεράποντας τῆς Τριάδος» δέν συναντῶμεν μίαν θεολογίαν ἀποκομμένην ἀπό τήν ζωήν, ἀλλά θεολογικόν στοχασμόν ἐν διαλόγῳ μέ τήν ἑλληνικήν φιλοσοφίαν, ἀπάντησιν, ἐπί τῇ βάσει τῆς βιωμένης Ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τάς προκλήσεις τῶν καιρῶν. Ἡ συνάντησις μέ τήν ἑλληνικήν σκέψιν δέν ὡδήγησεν εἰς «ἐξελληνισμόν τοῦ Χριστιανισμοῦ», ὅπως ὑπεστήριξαν δυτικοί κριτικοί τῆς Πατερικῆς θεολογίας, ἀλλά εἰς τόν λεγόμενον «ἐκχριστιανισμόν» ἤ τόν «ἐκκλησιασμόν» τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τό «καινοτομεῖν τά ὀνόματα», δηλαδή τήν μετατροπήν φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν εἰς ὄχημα ἐκφράσεως τῆς ἐκκλησιαστικής ἐμπειρίας καί διδασκαλίας. Ὄντως, ἐντυπωσιάζει ἡ εὐρύτης τοῦ πνεύματος, ἡ σοφία καί τό διανοητικόν σφρῖγος τῶν Πατέρων. Μᾶς διδάσκουν ὅτι ὁ χριστιανός ὄχι μόνον δύναται, ἀλλά ὅτι καί ὀφείλει νά ἀγαπᾷ τήν παιδείαν, τήν φιλοσοφίαν, τήν τέχνην, τόν πολιτισμόν.

         Εἰς τήν σημερινήν Ἑορτήν τῶν Γραμμάτων, ἐπιθυμοῦμεν νά ἀναφερθῶμεν εἰς τήν σημασίαν τῆς πνευματικῆς παρακαταθήκης τῶν τριῶν μεγάλων σοφῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας διά τήν παιδείαν. Πῶς θά ἐγκεντρίσωμεν τήν ἀλήθειαν τῆς κατά Χριστόν ζωῆς εἰς τήν παιδείαν, ἡ ὁποία σήμερον εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μέ τόν πλουρα-λισμόν καί τήν σύγχυσιν τῶν ἀξιῶν, μέ τόν ἀτομοκεντρισμόν καί τόν εὐδαιμονισμόν, μέ τήν βαθεῖαν ἀλλαγήν τῆς παιδικῆς ἡλικίας καί μέ τήν κυριαρχίαν τῶν ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν καί τῆς λογικῆς των;

         Ἐλέχθη προσφυῶς ὅτι ἡ διαπαιδαγώγησις τῆς νέας γενεᾶς ἀποτελεῖ ἕν ἐκ τῶν δυσκολωτέρων προβλημάτων διά τήν ἀνθρωπότητα. Διότι δέν εἶναι ἁπλῶς μετάδοσις πληροφοριῶν καί γνώσεων, ἀλλά ἀνθρωποποιΐα, μόρφωσις, «θεραπεία τῆς ψυχῆς», ἀγωγή ἀξιῶν, καί προϋποθέτει συμπόρευσιν τῶν παιδαγωγούντων καί τῶν παιδαγωγουμένων, κατάλληλον κοινωνικόν καί ἐπικοινωνιακόν περιβάλλον, ἀλληλεγγύην τῶν γενεῶν καί πνεῦμα προσφορᾶς. Ὁ ἀνθρωπος εἶναι μορφώσιμος, ἀλλά δέν εἶναι εὐάγωγος πρός ἀρετήν.

         Πάντοτε ἡ παιδεία θέτει ὑψηλάς ἀπαιτήσεις εἰς τόν διδάσκαλον καί τόν μαθητήν. Ὁ αὐθεντικός διδάσκαλος ἀπευθύνεται εἰς τόν νοῦν καί τήν καρδίαν τῶν μαθητῶν του. Διδάσκει μέ τό παράδειγμά του, μορφώνει μέ τήν ἰδικήν του ἀνθρωπιάν. Ἀφιερωμένος ὁλοκληρωτικῶς εἰς τήν ἀποστολήν του, ἀξιολογεῖ πρόσωπα καί γεγονότα μέ κριτήριον, ἐάν αὐτά λειτουργοῦν ἤ ὄχι ὑπέρ τοῦ μαθητοῦ. Διά τόν λόγον αὐτόν ἐνδιαφέρεται διά τήν κοινωνικήν καί ἐκπαιδευτικήν πραγματικότητα, διά τήν παιδαγωγικήν θεωρίαν καί πρᾶξιν, διά τήν μελέτην τῆς ψυχικῆς, συναισθηματικῆς, νοητικῆς καί θρησκευτικῆς ἀναπτύξεως τῶν παίδων, διά τάς ἀπειλάς καί τάς θετικάς προοπτικάς διά τήν παιδικήν ἡλικίαν εἰς τήν ἐποχήν μας. Μόνον τότε δύναται νά λειτουργήσῃ ὡς ὁ μῖτος τῆς Ἀριάδνης, βοηθῶν τούς νέους νά ἐξέλθουν ἀπό τούς συγχρόνους λαβυρίνθους. Σήμερον ἡ ἀγωγή κατέστη ὄντως πολυπλοκωτέρα, ἀλλά ἐμφανεστέρα προβάλλει καί ἡ καιρία συμβολή της εἰς τόν ἀξιολογικόν προσανατολισμόν τῆς νεότητος. «Τό νά δώσῃς ἀγωγή ἀπαιτεῖ ἀγάπη, τέχνη καί κόπο», σημειώνεται εἰς τό ἐξαίρετον κείμενον «Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας».

         Ὁ μαθητής, ἀπό τήν πλευράν του, ὀφείλει νά ἀναπτύξῃ πνεῦμα μαθητείας, νά ἀναγνωρίζῃ καί νά σέβεται τόν παιδευτικόν ρόλον καί τόν μόχθον τοῦ διδασκάλου. Ἡ παιδική ἡλικία εἶναι ἡ φάσις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, κατά τήν ὁποίαν εἶναι δυνατόν νά ἀσκηθῇ ἀποτελεσματικόν ἔργον ἀγωγῆς καί παιδείας, καί ἡ ὁποία πρέπει νά προστατευθῇ ἀπό τούς συγχρόνους κινδύνους συρρικνώσεώς της, ὡς ἐπακόλουθον τῆς λεγομένης «ὀπτικῆς ἐπαναστάσεως», τῆς ὑποταγῆς ὅλων τῶν τομέων τῆς ζωῆς εἰς τήν τεχνολογίαν καί τήν «πληροφορίαν», ἀλλά καί λόγῳ τῶν ραγδαίως μεταβαλλομένων κοινωνικῶν καί οἰκονομικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν ἀναπόφευκτον τήν μετοχήν τῶν παιδίων εἰς τόν, πλήρη διασπάσεων, κόσμον τῶν ἐνηλίκων.

Τό στῖγμα τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ εἶναι ὁ ἑαυτοκεντρισμός, ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζει ἐντόνως καί τήν ταυτότητα τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Ὁ ἑαυτοκεντρικός ἄνθρωπος μετατρέπει τά πάντα εἰς μέσον τῆς αὐτοπραγματώσεώς του. Ἐπαναστατεῖ ἐναντίον κάθε περιορισμοῦ. Ἀποκαλεῖ τήν δέσμευσιν καί τό καθῆκον ἑτερονομίαν καί ὑποτέλειαν, τήν θρησκείαν ἀλλοτρίωσιν, τήν ἀγάπην ἀδυναμίαν, τήν ἠθικήν καταπίεσιν, ὑποτιμᾷ τόν μόχθον, τήν πειθαρχίαν, ἀναζητεῖ πάντοτε τήν εὔκολον λύσιν. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀγόνου ὑποταγῆς εἰς τόν ἑαυτόν μας ἠκούετο, καί ἠχεῖ καί σήμερον, τό Εὐαγγέλιον τῆς χριστιανικῆς ἐλευθερίας, τό ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τῆς κατανοήσεως τῆς παιδείας ἐκ μέρους τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Αὐτή ἡ θεώρησις τῆς ἀγωγῆς καί τῆς παιδείας συγκροτεῖ μίαν πρότασιν πρός τούς συγχρόνους νέους, «ὅπως ἄν ἐκ τῶν χριστιανικῶν ὠφελοῖντο λόγων».

         Ἡ ἔνθεος παιδεία δέν μᾶς ὑποδουλώνει εἰς τόν ἑαυτόν μας καί εἰς τά ἀτομικά δικαιώματά μας, ἀφοῦ ἡ ἀληθής ἐλευθερία ταυτίζεται μέ τήν ἔξοδον ἀπό τήν εἱρκτήν τοῦ ἀτομισμοῦ. Ὀρθῶς ἐλέχθη ὅτι ἡ θύρα τῆς ἐλευθερίας ἀνοίγει μόνον πρός τά ἔξω. Ἡ πεῖρα αἰώνων μέ τήν ἀνθρωπίνην φύσιν, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν καλύπτεται ὑπαρξιακῶς οὔτε ἀπό τήν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν του, οὔτε μέ τήν συνεχῆ ἐνασχόλησιν μέ τόν ἑαυτόν του, ἀλλά ὅτι ἐπιθυμεῖ νά ἀφιερωθῇ εἰς ἕνα σκοπόν πέραν τοῦ ἑαυτοῦ, νά πραγματώσῃ ὑπερατομικάς ἀξίας, νά ἔχῃ κοινωνικήν προσφοράν, νά μοιράζεται τήν ζωήν.

         Αὐτήν τήν ἀλήθειαν διασώζει τό χριστιανικόν ὅραμα τῆς παιδείας, πάντοτε ἐν ἀναφορᾷ πρός τόν τελικόν καί αἰώνιον προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτῆς τῆς «παιδείας ἐλευθερίας», ἡ νέα γενεά θά διδάσκεται τόν λόγον τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, φιλοθεΐαν καί φιλανθρωπίαν, φιλοκαλίαν καί εὐαισθησίαν ἀπέναντι εἰς τό θαῦμα τῆς ὑπάρξεως καί εἰς τά θαυμάσια τῆς δημιουργίας, τήν θυσιαστικήν ἀγάπην, τό μυστήριον τῆς ἁγιότητος, τό πνεῦμα τό ὁποῖον ἐκφράζει ἡ φωτεινή μεγαλοπρέπεια τῆς Ἁγια Σοφιᾶς, τά μέγιστα καί πρώτιστα τοῦ βίου τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τήν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν, τήν ἀντίστασιν εἰς τάς συγχρόνους συρρικνώσεις τοῦ ἀνθρώπου καί εἰς τάς τάσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, θά μάθῃ τήν ἀντίδρασιν εἰς τόν αὐτάρεσκον εὐδαιμονισμόν, εἰς τόν προμηθεϊκόν «ἀνθρωποθεόν», εἰς τό «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (Λουκ. ιβ’, 18) τοῦ συγχρόνου ἄφρονος κερδοσκοπισμοῦ.

         Πρόκειται περί ἀληθειῶν αἰωνίως ἐπικαίρων. Δέν ἔχουν ἀνάγκην ἐκσυγχρονισμοῦ ὁ Σταυρός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τό διηνεκές ἡ κρίσις τῆς κρίσεώς μας, οὔτε ἡ ἀνυπέρβλητος ἀγάπη τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τό ἀσκητικόν φρόνημα, ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ μετάνοια, τό μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας.

 

         Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

 

         Αὐτάς τάς ἀληθείας φυλάσσομεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ σήμερον. Αὐτάς ἠγωνίσθη ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία νά ὑπερασπισθῇ καθ᾿ ὅλην τήν ἱστορικήν της πορείαν. Αὐτήν τήν κληρονομίαν τῶν Πατέρων ἡμῶν μεταβιβάζομεν εἰς τήν νέαν γενεάν, ἡ ὁποία καλεῖται, μέ τήν σειράν της, νά συνειδητοποιήσῃ τό προνόμιον νά ἀνήκῃ εἰς τήν φωτεινήν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τό μέγεθος τῆς εὐθύνης της. Ὑπενθυμίζομεν μετ᾿ ἐμφάσεως καί τήν παραίνεσιν τῆς ἐν Κρήτῃ Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πρός τούς ὀρθοδόξους νέους «νά συνειδητο ποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί οἱ συνεχισταί αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι θά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί θά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν» (Ἐγκύκλιος, § 8). Σύμβουλοι καί ὁδηγοί τῆς νεολαίας μας θά εἶναι οἱ μέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος καί κήρυκες τῶν «ἐνταλμάτων» τοῦ Χριστοῦ, οἱ τιμώμενοι σήμερον Ἱεράρχαι, καί οἱ διδάσκαλοι τοῦ Γένους πάλαι τε καί ἐπ᾿ ἐσχάτων.

         Περαίνοντες τόν λόγον, δεόμεθα, ὁ Τρισάγιος Θεός, διά τῶν πρεσβειῶν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, νά εὐλογῇ καί νά ἐνισχύῃ τούς διδασκάλους καί τούς μαθητάς τῶν σχολείων μας, καί νά χαρίζῃ εἰς ὅλους σας, ἀγαπητοί παρόντες, τήν ἄνωθεν εἰρήνην καί τάς ἀπείρους, ζωοπαρόχους καί σωτηριώδεις αὐτοῦ δωρεάς.

 

         Χρόνια πολλά!.

 

 

Homélie de Sa Sainteté le Patriarche œcuménique Bartholomée à l’église stavropégiaque Saint Paul Apôtre des Nations à Chambésy le 23 avril 2017

En cette période de réjouissance dans la Résurrection du Christ, la péricope de ce dimanche raconte comment le saint apôtre Thomas, dont notre Église célèbre aujourd’hui la mémoire, a été amené par le Ressuscité de l’incrédulité à la foi par une expérience palpable. Le jour de la Résurrection, le Christ était apparu aux apôtres en l’absence de Thomas. Alors qu’on lui annonçait la nouvelle de la résurrection, celui-ci répliqua à ses confrères : « Si je ne vois pas dans ses mains la marque des clous, si je n’y mets pas mon doigt et si je ne mets pas ma main dans son côté, je ne croirai pas » (Jn 20, 25). Thomas voulait arriver à la foi par l’expérience personnelle et immédiate du toucher. L’hymnographe, dans les hymnes de ce dimanche, clame que « Thomas reçut la grâce de toucher le Christ et de lui crier : Tu es en vérité mon Seigneur et mon Dieu » !

En effet, le huitième jour de la Résurrection, le Christ vient guérir l’incrédulité de Thomas en apparaissant de nouveau aux apôtres en sa présence et lui dit alors : « Avance ton doigt ici et regarde mes mains. Avance aussi ta main et mets-la dans mon côté. Ne sois pas incrédule, mais crois ! » (Jn 20, 27). C’est alors que Thomas confessa le Christ ressuscité comme « son Seigneur et son Dieu » (cf. Jn 20, 28).

L’hymnographie du Pentecostaire affirme que le Ressuscité s’est servi de l’incrédulité de Thomas « pour affermir ainsi vers la foi le chemin des incroyants ». La foi, qui est le fondement du salut, ne se réfère pas à l’appréhension d’une vérité abstraite par la raison, mais concerne une relation intime avec la Personne du Christ qui a dit, à propos de lui-même, « Je suis la Voie, la Vérité et la Vie » (Jn 14, 6).

Le Christ ressuscité accorda au saint apôtre Thomas la grâce de le conduire de l’incrédulité à la foi par une expérience concrète. Ainsi, son incroyance est devenue un doute positif dans le sens où elle manifestait son désir interne de rencontrer la Personne du Ressuscité face à face et avoir un contact complet avec elle. Saint Thomas a ensuite rendu témoignage de cette foi jusqu’aux extrémités de la terre non seulement par sa mission et sa prédication, mais par-dessus tout par sa mort de martyr. 

Notre Église célèbre également aujourd’hui la mémoire d’un grand martyr, saint Georges le Tropéophore, le saint patron de notre église patriarcale au Phanar. Originaire de Cappadoce, il reçut la couronne du martyre au temps de la Grande Persécution déclenchée par l’empereur Dioclétien lorsqu’il se présenta au milieu de l’assemblée et reprocha à l’empereur de verser injustement le sang innocent des Chrétiens, et confessa ainsi publiquement le Christ.

La foi chrétienne n’est ni une idéologie. Elle doit être vécue et incarnée dans la vie quotidienne qui en est le témoignage. Les martyrs de l’Église, tels que le saint apôtre Thomas ou saint Georges le Tropéophore, sont des témoins du Christ ressuscité par leur mode d’existence. Tel est le sens originel du mot grec martys. Leur foi était à un tel point inébranlable, qu’ils n’avaient pas peur de souffrir et de mourir pour le Christ.

Nous vivons aujourd’hui dans un monde qui n’est pas toujours favorable au christianisme. De nouveau, des chrétiens sont persécutés dans le monde aujourd’hui. On interrogeait un jour un Ancien des temps modernes, en lui demandant comment il fallait prêcher aux athées. L’Ancien répondit de ne pas se préoccuper de ce qu’il fallait dire aux non croyants qui sans doute ne seraient pas intéressés d’écouter, mais plutôt de vivre de telle sorte que le non-croyant désire vivre de la même manière que les chrétiens. La foi ne s’enseigne pas d’une manière théorique, mais elle doit être vécue, et c’est seulement ainsi qu’elle nous transforme en un instrument de l’amour philanthropique de Dieu.

Avant Sa Passion, le Christ dit à ses apôtres : « à ceci tous connaîtront que vous êtes mes disciples, si vous avez de l’amour les uns pour les autres » (Jn 13, 35). Et notre Mère, l’Église, en ce dimanche après la glorieuse Résurrection du Christ, nous exhorte et nous encourage de vivre notre foi au quotidien de sorte que notre mode de vie attire le monde incroyant vers sa Source existentielle. Telle n’est-elle pas l’exhortation de notre Seigneur à ses disciples : « Que votre lumière luise ainsi devant les hommes, afin qu’ils voient vos bonnes œuvres, et qu’ils glorifient votre Père qui est dans les cieux » (Mt 5, 16) ? Ce n’est qu’en incarnant notre foi par notre mode d’existence que nous en rendrons le plus authentique témoignage « jusqu'aux extrémités de la terre » (Ac 1, 8) et que nous deviendrons « le sel de la terre » (Mt 5, 13) dont notre monde sécularisé et les hommes contemporains assoiffés de vérité salutaire ont si besoin.

C’est en ce sens que le Saint et Grand Concile de l’Église orthodoxe, réuni sous notre présidence en juin dernier, en parlant de la mission de l’Église dans le monde, a souligné que « la vie des chrétiens est un témoignage irréfutable du renouveau de tout en Christ (…) C’est un appel lancé à l’humanité de participer personnellement, en toute liberté, à la vie éternelle, à la grâce de notre Seigneur Jésus Christ et à l’amour de Dieu le Père, pour vivre dans l’Église la communion du Saint-Esprit » (Encyclique, 6).

Or cela n’est possible que si nous vivons vraiment ce que nous croyons, car comme l’a si bien dit le saint apôtre Jacques, « comme le corps sans âme est mort, de même la foi sans les œuvres est morte » (Jc 2, 26). Les œuvres et la pratique ne sont pas seulement une preuve et une expression authentique de la foi, mais en sont un enrichissement et un approfondissement. Puisse notre mode d’existence, à la manière du saint mégalomartyr Georges, devenir un témoignage de la foi au Ressuscité et de la vie éternelle qu’elle inaugure.  Puissions-nous, à l’exemple du saint Apôtre Thomas, vivre pleinement notre foi en l’incarnant avec conscience dans notre vie quotidienne, afin qu’elle devienne une invitation et une inspiration pour faire l’expérience de la Vérité incarnée pour l’humanité qui doute, mais qui en même temps est apparemment en quête d’un sens profond pour la vie.